Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

"..Οι Ερινύες όρμησαν στο Χάρυ και στη σκοτεινιά κάτω απ' τις φτερούγες τους δεν έβλεπε τίποτα εκτός απ' τα ματιά τους: μικρά και γεμάτα μίσος , τα μάτια τους να γελάνε μαζί του, να τον κοροϊδεύουν καθώς πάσχιζε να τις αποφύγει, ξέροντας ότι δεν μπορούσε κι ότι θα' παιζαν μαζί του πριν τον καταστρέψουν εντελώς. Προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι του αλλά αρνιόταν να κουνηθεί. Προσπάθησε πάλι και πάλι μέχρι που κύλαγε μπρος πίσω, αλλά τα μάτια συνέχιζαν να κοιτάζουν και να κοροϊδεύουν κι οι γιγάντιες φτερούγες χτύπαγαν όλο και πιο γρήγορα κι ο άνεμος στροβίλιζε γύρω από το Χάρυ και το κορμί του πάγωσε κι ένιωθε τα μεγάλα μυτερά ράμφη τους και τις άκρες απ' τα φτερά τους καθώς άγγιζαν το πρόσωπό του. Προσπάθησε να κατρακυλήσει μέχρι τη ρίζα του βράχου αλλά όσο κι αν κατρακύλαγε ήταν ακόμα στην κορφή με τον άνεμο να στροβιλίζεται και τις Ερινύες να τσιρίζουν, να τσιρίζουν και πάνω απ' το μουγκρητό του ανέμου άκουγε τη σάρκα του να ξεσκίζεται απ' την κοιλιά το, άκουγε το διαπεραστικό ήχο απ' το σκίσιμο να τρυπάει τ' αφτιά του κι έπειτα άκουσε τα ουρλιαχτά του κι οι Ερινύες αργά, πολύ αργά έσκιζαν κομμάτια σάρκα απ' την κοιλιά του και τράβαγαν αργά καθώς οι μακριές λουρίδες σάρκα ξεκολλούσαν απ' το σώμα του κι ούρλιαζε και στριφογύριζε και πεταγόταν όρθιος κι έτρεχε, σκόνταφτε και κατρακυλούσε στο βράχο κι ωστόσο ήταν ακόμα στην κορφή του βράχου κι οι Ερινύες εξακολουθούσαν να τον κοροϊδεύουν καθώς έσκιζαν τη σάρκα απ' την κοιλιά του και το στήθος του, κι έξυναν τα ράμφη τους στα πλευρά του και ξαφνικά έχωσαν τα ράμφη τους στα μάτια του και τα 'βγάλαν απ' τις κόγχες τους κι άκουσε τον ήχο που έκαναν τα μάτια του πλοπ πλοπ καθώς έφευγαν απ' το κεφάλι του και το τσίριγμα των Ερινύων δυνάμωσε μέχρι που δεν άκουγε πια ούτε τα ίδια του τα ουρλιαχτά και κλώτσαγε και τους έδινε γροθιές κι ωστόσο το κορμί του αρνιόταν να κουνηθεί και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να μένει ξαπλωμένος καθώς πάλι, κι έπειτα πάλι και πάλι βάλθηκαν να ξεσκίζουν τη σάρκα απ' την κοιλιά του και το στήθος του, ξύνοντας τα πλευρά του και ξεριζώνοντας πάλι τα μάτια του απ' το κεφάλι του κι ήταν μόνος σ' ένα δρόμο να κοιτάζει, να γυρίζει αργά σε κύκλους, να κοιτάζει, να κοιτάζει το τίποτα..."
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009

Ένας μαλακισμένος στίχος που με ταλαιπωρεί δε ξέρω και 'γω πόσο!
Το βλέπεις στα μάτια μας, εγώ πάντως το 'χω δει στα δικά μου.Είναι αυτή η αποκρουστική όψη του ανθρώπου που αναδιπλώνεται, που μαζεύει τις σάρκες του μπροστά σε κάθε καινούργιο.
Αυτή η σαπίλα του μυαλού, η αναπαραγόμενη μη-αμφισβήτηση στο όνομα της παράδοσης, της κληρονομιάς. Σ' αυτό που έμαθες, που σε 'χουν μάθει δεν έχει σημασία, το οποίο είναι τόσο δυνατό και τόσο έντονα αυτοανατροφοδοτούμενο που πολλές φορές δε σ' αφήνει ούτε καν να το αναγνωρίσεις
Πράττεις, περιοριζόμενος στη μη-πράξη, πιστεύοντας όμως το ακριβώς αντίθετο.
ΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΣ-το πιστεύεις δηλαδή, είναι δικό σου, είναι ιδιότυπο!
Τι ειρωνεία όμως! Στριφογυρίζεις σαν σβούρα γύρω από το κενό, προδίδοντας το καινοτόμο("betray innovation..") και ταυτόχρονα «πανηγυρίζεις»!
Στριφογυρίζοντας μια σβούρα τόσα χρόνια στο ίδιο σημείο είτε η ίδια θα φαγωθεί είτε το έδαφος από κάτω είτε και τα δύο μαζί.
Σπουδαίος λόγος για πανηγύρια, ε τι λέτε;;
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

Στρίβοντας το βλέμμα προς τα πίσω για να δεις τι απέμεινε από όλα τα προηγούμενα, ευτυχώς συνειδητοποιείς πως δεν έμεινε τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο απ' αυτά που έπρεπε να απομείνουν.
Λίγα, συμπαθητικά-όχι πάρα πολύ όμορφα όμως-αφού σίγουρα κάτι παρόμοιο δεν θα 'ταν αληθινό. Λίγα όσο λίγα τα μαγευτικά δευτερόλεπτα που αντέχει κάποιος κάτω απ' την θάλασσα και τόσο συμπαθητικά όσο μια καλή ταινία.
Καμιά υπερβολή-παλεύεις γι' αυτό-και καμιά ακτινοβολούσα "πολυχρωμία"!
Ένας πίνακας που όμοιό του δε ξανάδες με αποχρώσεις του μαύρου,της ησυχίας, του άδειου σπιτιού,του πρωινού πονοκεφάλου και τόσων άλλων που με μια μαγική πινελιά του χρόνου απεικονίζονται ζωντανά και παλλόμενα.
Ζωγραφισμένα με το δικό σου τρόπο, όπως εσύ τα είχες φανταστεί, αφήνοντας πίσω το φως απ' τις λάμπες και τα κεφάλια των αλόγων.
Ένα δώρο που το μαζεύεις το τυλίγεις με συμπάθεια και πίστη, το βάζεις κάτω απ' την μασχάλη και ξεκινάς την καινούργια αναζήτηση για να βρεις τον καινούργιο τοίχο που θα το στερεώσεις.
Γεμάτος αυτοπεποίθηση και σιγουριά προχωράς!
Τόση αυτοπεποίθηση όση χρειάζεται για να τον ξεχάσεις..
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

Στα βήματα μιας ψοφισμένης πόλης η αγωνία για ζωή απλώνεται σαν καρκίνος και σε τρώει.Στα πρόσωπα, πίσω απ' τις σκιές, στα βλέμματα, στις μάσκες των βιτρινών.Η μεγαλύτερη αγωνία όμως είναι πού θα βρεθεί αυτό που ν' αξίζει τον κόπο να το κλέψεις.Ούτε να τ' αγοράσεις ούτε να το δανειστείς αλλά να το κλέψεις.
Ψάχνεις και όλο ψάχνεις-μάταια.Τίποτα δεν υπάρχει, δε ζει, δεν αναπνέει!
Όλα πλαστικά, όλα γκρίζα, όλα σε σειρά, όλα σε τάξη.Όλα πανέμορφα αδιάφορα με δανεικά χαμόγελα κι ολόλευκες οδοντοστοιχίες.
Πού να βρω κάτι που θ' αξίζει για να κλέψω;Το' χω ειλικρινά ανάγκη!!
Κυριακή 24 Μαΐου 2009
(αν θεωρήσουμε το παρακάτω σφηνάκι τεκίλα τότε η φέτα πορτοκάλι ας είναι το τραγούδι..άρα όποιος κάνει τον κόπο να το διαβάσει ας μην ξεχάσει το "φρούτο" στο τέλος)
Βράδυ:
Πάρε το κεφάλι μου, κράτησέ το λίγο
Δεν αντέχει το σβέρκο τέτοιο βάρος
Αλλόκοτα δαιμόνια με νανούρισαν κι απόψε
Παρ' το, φίλησέ το, αγκάλιασέ το
Απόψε δε μου ανήκει
Υπόσχεση να το προσέχεις-Αλίμονό μου αν ποτέ επιστρέψω και δεν το βρω
Η μήτρα που το ξεπέταξε έχει από καιρό σαπίσει
Δύο σταγόνες ολοκαύτωμα αυτές οι σπηλιές κάτω απ' τα φρύδια
Παρ' τες σου τις δίνω. Δε μου ανήκουν, ανοίκειες από τότε που θυμάμαι
Σαν κραυγές σε αποικία κωφών
Σαν τα όνειρα ονειροπαρμένων τυφλών
Πρωί:
Χθες το βράδυ ψάρευα άσπρα περιστέρια στην άβυσσο του κόσμου
Χθες το βράδυ περίμενα την νύχτα αλλ' αυτή δε μου' κανε την χάρη
Χθες το βράδυ μέθυσα και κατάφερα να ψοφήσω
Χθες ψόφησα αλλά δεν μπόρεσα να πεθάνω
-"Καλά να περάσεις απόψε και ό,τι επιθυμείς!!"
---------------------------------------------
Πάρε το κεφάλι μου, κράτησέ το λίγο
Δεν αντέχω τόσο βάρος......
Ετικέτα: Οι ''δικές'' μου λέξεις
Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Homo liber nulla de re minus quam de morte coqitat;
et ejus sapientia non mortis sed vitae meditatio est.
Σπινόζα, Ηθική, μέρος iv, πρόταση 67 (από E. Shrodinger's "What is life")
...Τον έψαχναν παντού, άφαντος ο Χένρι. Είχαν περάσει ήδη τρεις ώρες και ήδη καθυστέρησαν δύο τρένα της γραμμής αφού δεν υπήρχε κανείς στο σταθμό για να δώσει οδηγίες. Τριάντα δύο χρόνια και τρεις μέρες έκανε την ίδια δουλειά κι ούτε μια μέρα δεν είχε δημιουργήσει αναστάτωση. Το αφεντικό του-καινούργιο, πριν πέντε μήνες τον είχαν διορίσει-, σαν όλα τα τυπικά αφεντικά που "σέβονται" τον εαυτό τους ξεκίνησε να βρίζει χριστοπαναγίες, αντίχριστους κι όλα τα συναφή. Ο Γκέοργκ, ένας από τους λίγους συναδέλφους που πέρασε μαζί του όλα αυτά τα χρόνια, ήξερε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Αρχικά σκέφτηκε να καθησυχάσει αυτή την "μαϊμού" που τσίριζε αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή το είχε ήδη μετανιώσει. Θεώρησε πιο σημαντικό να φύγει και να αρχίσει να ψάχνει. Εξάλλου το ίδιο θα έκανε και γι αυτόν ο Χένρι δεν είχε καμία αμφιβολία στο μυαλό του.
Τρεις μέρες πριν ο Χένρι είχε θάψει το τελευταίο δυνατό ψέμα που μπορούσε να τον κρατήσει μακριά απ' τον εαυτό του. Στα 32 χρόνια ακριβώς. Όσα ήταν τα χρόνια της κόρης του πριν την "πάρουν" για το ψυχιατρείο. Παρανοϊκή σχιζοφρένεια του είχαν πει. Δεν είχε πολυκαταλάβει τους γιατρούς τι εννοούσαν αλλά γι αυτό που ήταν σίγουρος ήταν πως η Τζουλιέτ εδώ κι αρκετό καιρό δε ζούσε σ' αυτό τον κόσμο.
Ο ήρωάς μας άνηκε σ' αυτό το υποείδος των ανθρώπων που έχουν έμφυτη την ανάγκη για μια τυφλή αόριστη ελπίδα για κάτι καλύτερο στη ζωή τους. Πάντοτε θυμόταν να σιγοψιθυρίζει στον εαυτό του λόγια παρηγοριάς κι υποσχέσεων. Σε όλες τις αναποδιές προσευχόταν και περίμενε την Θεία παρέμβαση με την σιγουριά που αλλάζει η μέρα σε νύχτα. Τα πάντα ήταν χτισμένα γύρω ακριβώς από αυτό το στοιχείο κι ήταν τόσο δυνατό που όταν το ξερίζωσε από μέσα του δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ούτε μια τρίχα επάνω στο κορμί του.
Πριν μια διετία είχε χάσει την μοναδική γυναίκα της ζωής του. Με αυτήν που είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του, απ' το σχολείο και μετά, και μ' αυτή που είχε μοιραστεί τα πάντα. Την είχε δει να αργοπεθαίνει στο κρεβάτι τους. Στο ίδιο το κρεβάτι που είχαν πνίξει παρέα τους πόνους τους και στο ίδιο το κρεβάτι που έπιναν, σταγόνα σταγόνα, λαίμαργα και διψασμένα τους πόθους τους. Το κρεβάτι τους πλέον δεν ήταν. Έπαψε να υπάρχει και στην θέση του έμεινε μόνο το νεκροκρέβατό της. Η ανάμνηση του τελευταίου βλέμματος που κατάφερε να της ρίξει είχε σφηνωθεί εκεί ακριβώς πίσω απ' τα μάτια του κι όπου και να γυρνούσε το κεφάλι, το άσπρο σάβανο στο μαραζωμένο, σταφιδιασμένο της κορμί τον ακολουθούσε.
Απ' αυτό δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει αλλά πιστός ακόμη στις αρχές του κατάφερε να ξεπεράσει τόσο τον πόνο όσο και τις πρώτες αμφιβολίες που είχαν γλιστρήσει τόσο ύπουλα και τόσο "βίαια" στο μυαλό του. Αυτό όμως όπως αποδείχτηκε ήταν μόνο η αρχή αφού στα επόμενα 2 χρόνια αυτό που ακολούθησε μετέτρεψαν με τον πιο επώδυνο τρόπο τις πρώτες του αμφιβολίες σε πεποίθηση. Την πεποίθηση της αμφιβολίας για το τι σημαίνει τελικά να ελπίζεις στα τυφλά σ' αυτές τις καταραμένες "καλύτερες ημέρες"...
ο τίτλος ακολουθεί το πρότυπο του τίτλο της ταινίας:The Cook the Thief His Wife and Her Lover
Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

-Πολύ χαίρομαι που σε βλέπω καλά!
-Δεν πας να βάλεις κανά γυαλί λέω 'γω..
------------------------------------------------------------------------------------------------------
-Ξέρω τι θα σε κάνει καλά!
-Σαν πολλά δε ξέρεις;
------------------------------------------------------------------------------------------------------
"Tilling my own grave to keep me level
Jam another dragon down the hole.."
M.J.K.