Κυριακή, 10 Μαΐου 2009


Homo liber nulla de re minus quam de morte coqitat;
et ejus sapientia non mortis sed vitae meditatio est.

Σπινόζα, Ηθική, μέρος iv, πρόταση 67 (από E. Shrodinger's "What is life")


...Τον έψαχναν παντού, άφαντος ο Χένρι. Είχαν περάσει ήδη τρεις ώρες και ήδη καθυστέρησαν δύο τρένα της γραμμής αφού δεν υπήρχε κανείς στο σταθμό για να δώσει οδηγίες. Τριάντα δύο χρόνια και τρεις μέρες έκανε την ίδια δουλειά κι ούτε μια μέρα δεν είχε δημιουργήσει αναστάτωση. Το αφεντικό του-καινούργιο, πριν πέντε μήνες τον είχαν διορίσει-, σαν όλα τα τυπικά αφεντικά που "σέβονται" τον εαυτό τους ξεκίνησε να βρίζει χριστοπαναγίες, αντίχριστους κι όλα τα συναφή. Ο Γκέοργκ, ένας από τους λίγους συναδέλφους που πέρασε μαζί του όλα αυτά τα χρόνια, ήξερε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Αρχικά σκέφτηκε να καθησυχάσει αυτή την "μαϊμού" που τσίριζε αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή το είχε ήδη μετανιώσει. Θεώρησε πιο σημαντικό να φύγει και να αρχίσει να ψάχνει. Εξάλλου το ίδιο θα έκανε και γι αυτόν ο Χένρι δεν είχε καμία αμφιβολία στο μυαλό του.

Τρεις μέρες πριν ο Χένρι είχε θάψει το τελευταίο δυνατό ψέμα που μπορούσε να τον κρατήσει μακριά απ' τον εαυτό του. Στα 32 χρόνια ακριβώς. Όσα ήταν τα χρόνια της κόρης του πριν την "πάρουν" για το ψυχιατρείο. Παρανοϊκή σχιζοφρένεια του είχαν πει. Δεν είχε πολυκαταλάβει τους γιατρούς τι εννοούσαν αλλά γι αυτό που ήταν σίγουρος ήταν πως η Τζουλιέτ εδώ κι αρκετό καιρό δε ζούσε σ' αυτό τον κόσμο.

Ο ήρωάς μας άνηκε σ' αυτό το υποείδος των ανθρώπων που έχουν έμφυτη την ανάγκη για μια τυφλή αόριστη ελπίδα για κάτι καλύτερο στη ζωή τους. Πάντοτε θυμόταν να σιγοψιθυρίζει στον εαυτό του λόγια παρηγοριάς κι υποσχέσεων. Σε όλες τις αναποδιές προσευχόταν και περίμενε την Θεία παρέμβαση με την σιγουριά που αλλάζει η μέρα σε νύχτα. Τα πάντα ήταν χτισμένα γύρω ακριβώς από αυτό το στοιχείο κι ήταν τόσο δυνατό που όταν το ξερίζωσε από μέσα του δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ούτε μια τρίχα επάνω στο κορμί του.

Πριν μια διετία είχε χάσει την μοναδική γυναίκα της ζωής του. Με αυτήν που είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του, απ' το σχολείο και μετά, και μ' αυτή που είχε μοιραστεί τα πάντα. Την είχε δει να αργοπεθαίνει στο κρεβάτι τους. Στο ίδιο το κρεβάτι που είχαν πνίξει παρέα τους πόνους τους και στο ίδιο το κρεβάτι που έπιναν, σταγόνα σταγόνα, λαίμαργα και διψασμένα τους πόθους τους. Το κρεβάτι τους πλέον δεν ήταν. Έπαψε να υπάρχει και στην θέση του έμεινε μόνο το νεκροκρέβατό της. Η ανάμνηση του τελευταίου βλέμματος που κατάφερε να της ρίξει είχε σφηνωθεί εκεί ακριβώς πίσω απ' τα μάτια του κι όπου και να γυρνούσε το κεφάλι, το άσπρο σάβανο στο μαραζωμένο, σταφιδιασμένο της κορμί τον ακολουθούσε.

Απ' αυτό δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει αλλά πιστός ακόμη στις αρχές του κατάφερε να ξεπεράσει τόσο τον πόνο όσο και τις πρώτες αμφιβολίες που είχαν γλιστρήσει τόσο ύπουλα και τόσο "βίαια" στο μυαλό του. Αυτό όμως όπως αποδείχτηκε ήταν μόνο η αρχή αφού στα επόμενα 2 χρόνια αυτό που ακολούθησε μετέτρεψαν με τον πιο επώδυνο τρόπο τις πρώτες του αμφιβολίες σε πεποίθηση. Την πεποίθηση της αμφιβολίας για το τι σημαίνει τελικά να ελπίζεις στα τυφλά σ' αυτές τις καταραμένες "καλύτερες ημέρες"...




ο τίτλος ακολουθεί το πρότυπο του τίτλο της ταινίας:The Cook the Thief His Wife and Her Lover

GreekBloggers.com ��������� ��� �������� blogs.
 

blogger templates | Make Money Online